Poem for Marina written on the day of her father’s funeral
Για την Μαρίνα
24/1/22
Χτύπησε το τηλέφωνο
Σε δευτερόλεπτα μαύρισαν όλα
Χάθηκε το έδαφος, οι τοίχοι, στα γόνατα μου έπεσα
Προσπάθησα να κρατηθώ να μην χαθώ και εγώ
Κατάπινα το σάλιο
να μην ξεράσω
Μαύρισε η καρδιά μου σαν έκλειψη ηλίου έσβησε το φως.
Πώς γίνετε; Ρε μπαμπά;
Πρίν λίγες μέρες μιλήσαμε.
Έστω και με την καταραμένη βίντεο κλήση πάλι, εκεί, έβλεπα το πρόσωπο σου.
Ναι, χλωμό, ναι φυσικά
Ε, καλά τι άλλο να περίμενα;
Οι χημειοθεραπείες αυτό κάνουν
Αλλά κανένα ίχνος για την μαύρη είδηση που θα ερχόταν μέρες μετά.
Μιλούσαμε…
Μουρμουρούσες για τους πόνους από την εγχείρηση, για την αναγούλα, για τον κάδο χάπια που σου δώσανε να πίνεις
Και είδα την μαμά πίσω σου να μαγειρεύει,
εξαντλημένη
Σε ενθαρρύναμε
Σου είπαμε να είσαι
ευγνώμων
Αν τα πλήρωνες τα χάπια και τις χημειοθεραπείες θα κόστιζαν χιλιάδες.
Ευγνώμων
Κάνε υπομονή ρε μπαμπά
Πέρασες τόσα!
Πολέμους, θανατηφόρους ιούς, φτώχεια, αυτό θα σε πάρει από κάτω;
Κοίτα τις κόρες σου
τα εγγόνια, την μάνα εκεί, γερή,πίσω σου
Τι άλλο θες;
Μην γκρινιάζεις
Υπομονή
Άντε και με το καλό θα σε δούμε το καλοκαίρι
Θα πάμε βολτίτσα
Θα σου κεράσω παγωτό
Θα κουβεντιάσουμε στο μπαλκόνι
Σ’αγαπάμε
Στα γόνατα μου βλέπω την ταινία, λες και κάποιος έβαλε μια τηλεόραση μέσα στο κεφάλι μου
Την βλέπω να γυρνάει, τα χρόνια
Αναμνήσεις
Βλέπω τις στιγμές που απαθανατίστηκαν, η καρδιά μου θα σπάσει δεν γίνετε
Βλέπω
Χαρές, λύπες, γέλιο, γλέντια, καυγάδες,
Πονάω
Γαμώ τον καρκίνο και τις θεραπείες
Δώστε μου τον πατέρα μου πίσω
με τις επιστήμες σας και τα νοσοκομεία σας και τις δωρεάν θεραπείες
τον κάνατε κομμάτια
Πόσα αντέχει ένας άνθρωπος
Τον τσακίσατε
Στο ανάθεμα και οι υποσχέσεις σας και οι άδειες ελπίδες
Χάσαμε
Το παιχνίδι, τον αγώνα, τον πατέρα, τον παππού, τον σύζυγο, τον φίλο, τον γιό, τον αδελφό.
Και τώρα;
Πού πάμε τώρα; Πώς; Πώς θα σηκώσω αυτό το βάρος;
Γονατισμένη
Ικετεύω τον Θεό αν είναι αληθινός
Φέρε τον πίσω και ότι θες το κάνω. Πού είσαι τώρα στην θλίψη και τον πόνο μου;
Βογκάω
Σαν σφαγμένο ζώο που πεθαίνει,
ρυάκι κυλάει το αίμα από την μαχαιριά
και τα μάτια του θολώνουν, η ζωή
χάνεται
Πονάω και ο πόνος είναι αβάσταχτος.
Θεέ μου πού είσαι;
Κάνε κάτι, δεν αντέχω,
θόλωσαν τα μάτια μου, τα δάκρυα μου
υδατόπτωση
χτυπάω το κεφάλι με σφιχτές χούφτες να σταματήσουν οι αναμνήσεις
Σβήστε την ταινία
Δεν αντέχω
Πέφτω
Τυλίχτηκα σαν έμβρυο στην μήτρα
Σφιχτά κουλουριασμένη τα χέρια κρατάνε την κοιλιά.
Κρατάω τα σπλάχνα μου να μην εκραγούν, να μην χυθούν εκεί στα παγωμένα πλακάκια
Ουρλιάζω
Αλλά ακούω μόνο τον σφυγμό μου
Σταμάτα
Θα κουφάνω, σταμάτα
Σωπαίνω
Λικνίζω το σώμα μου εκεί κουβαριασμένη
Κουνιέμαι σαν μωρό στην κούνια του
Πονάω
Ποιος θα απαλύνει τον πόνο μου;
Πώς;
Ακούω το ρολόι στον τοίχο
Τικ τοκ
Και δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει
Και οι κραυγές μου έχουν γίνει βογκητά, και με κάθε λεπτό
Εξασθενώ
Σαν κύμα έρχεται και με κτυπά η αδικία
Αγριεύω
Καταλαμβάνομαι από θυμό σαν ηλεκτροπληξία
με κτυπά και πηδάω αμέσως στα πόδια μου
Από πού ήρθε αυτή η ενέργεια;
Κρατάτε με,
Θα τα σπάσω όλα
Θύελλα
Στριφογυρίζει από τα εντόσθια μου
Πάνω ανεβαίνει, το κεφάλι μου καίει από την φωτιά
Οργίζομαι
Δεν με κρατάνε οι τοίχοι
Σπίθες πετάνε από τα μάτια μου
Μου πήρατε τον πατέρα
Δεν ήταν νούμερο να σβήσεται από τις λίστες σας
Δεν ήταν οικονομική πράξη
Πατέρα
Γιατί έφυγες και δεν άντεξες;
Μαίνομαι
Αψώνω σαν τσιρίζω το όνομα σου
Μπαμπά
Γιατί δεν έβαλες τα δυνατά σου;
Δεν είμαστε αρκετός λόγος να παλέψεις
Να καταπιείς τις δυσκολίες και να βάλεις τα δυνατά σου, για μας, για τα εγγόνια σου
Για μένα
Μας άφησες
Τώρα;
Πες μου ρε μπαμπά,
τώρα;
τι;
Πού πάω;
Πως συνεχίζω να ζω;
Αυτό που νιώθω μέσα μου σαν αυθόρμητη αποβολή
πάει να βγει και να τα ξεσκίσει όλα στη πορεία
Πως θα αντικρίσω τα παιδιά μου;
Με τι καρδιά θα τους πω πως έφυγες;
Πες μου εσύ
Γιατί εσύ φταις που έφυγες
Άντε τώρα πες μου πως θα κρατήσω τα αγόρια μου και να απαλύνω τον δικό τους πόνο,
Τις αδελφές μου
Την μάνα
Ε; δεν μιλάς
Δεν έχεις τίποτα να πεις;
Ε όχι γαμώτο
Δεν γίνεται αυτό
Πως θα μαζέψω τα κομμάτια της ψυχής μου που τα έκανες θρύψαλα και δεν κολλάνε πίσω;
Οργή
Βαδίζω πάνω κάτω
Τα μάτια μου φουσκωμένα
Οι μύξες με κάνουν να αναπνέω από το στόμα
Αναπνοή
Να μπορούσα να σού´δινα την δική μου
Να κοκκινίσει και πάλι το πρόσωπο σου
Να χτυπήσει και πάλι η καρδούλα σου
Να δω ακόμη μια φορά το χαμόγελο σου
Να ακούσω την φωνή σου
Να νιώσω την ζεστασιά της αγκαλιάς σου,
Το άγγιγμα σου
Να ζωντανέψει και πάλι η δική μου ψυχή
Θεέ μου
Κάνε το να είναι όλα όνειρο
Εφιάλτης
Να ξυπνήσω στο κρεβάτι μου και να είναι όλα όπως ήταν,
Πριν το τηλεφώνημα
Να γκρινιάζεις και να μαλώνεις με την μαμά
Να λες ανέκδοτα και να ξεκαρδιζόμαστε στο γέλιο
Σιωπή
Με πλυμηρίζει
Περιμένω
Απαντήσεις
Τίποτα
Το ρολόι κτυπά
Δεν σταμάτησε ούτε δευτερόλεπτο
Τικ τοκ τικ τοκ
Ο ρυθμός με ηρεμεί
Κάθομαι σε μια καρέκλα
Παραδίνομαι
Υψώνω την λευκή σημαία
Δεν μπορώ να το διορθώσω
Δεν μπορώ να κάνω τίποτα
Άχρηστα είναι όλα
Έφυγε
Κτυπάει το κουδούνι και ξαφνιάζομαι
Γυρναω το βλέμμα στην πόρτα της τάξης μου
και βλέπω στο παραθυράκι τα πρόσωπα των μαθητών μου,
σοκαρισμένα, συγχυσμένα
Περιμένουν
Το μάθημα,
να πάνε σπίτι τους,
στις οικογένειες τους, στα προβλήματα τους,
στις αγκαλιές των μανάδων τους, στο ποδόσφαιρο,
στο μάθημα της μουσικής,
στο παιχνίδι
Και εγώ;
Κοιτάω και τα μάτια μου τα προδώνουν όλα
Αρπάζω την τσάντα μου, ανοίγω την πόρτα,
ξεστομίζω κάποια δικαιολογία και φεύγω
Στον διάδρομο ζητάω από μια δασκάλα να αναλάβει και τρέχω, τρέχω, πνίγομαι.
Σπρώχνω την βαριά πόρτα της εξόδου
και ο παγωμένος αέρας ξυπνάει τους πνεύμονες μου
και η βροχή χτυπάει το πρόσωπο μου και στέκομαι
να νιώσω
Κάτι άλλο εκτός από πόνο
Στέκομαι εκεί ανήμπορη να πάρω άλλο ένα βήμα
Τα δάκρυα σμίγουν με τις σταγόνες της βροχής και χάνονται και δεν έχω ενέργεια
Ούτε για ένα βήμα
Τρέμω από το κρύο
Μούσκεμα
Τα ρούχα, τα μαλλιά, η ψυχή μου
Ο ήχος της βροχής ευπρόσδεκτος
Απαλύνει
Κοιτάω γύρω μου τον γκρι ουρανό,
τα μαύρα σύννεφα,
τα γυμνά δέντρα λες και όλα θρηνούν μαζί μου
Και ξαφνικά δεν νιώθω τόσο μόνη στον πόνο
Ένα σπουργίτι πετάει από μπροστά μου
Λες και θέλει να το κοιτάξω
Κοιτάω
Κάθεται στον ξύλινο φράχτη του σχολείου και με κοιτάει
Ακίνητο για κάποια δευτερόλεπτα και νιώθω σαν να ψάχνει την ψυχή μου
Ταράζομαι
Το μυαλό μου τρέχει
Διερωτιεμαι. Άκουσα όταν βλέπεις τέτοιο πουλί,
είναι ψυχή που έφυγε και έρχεται να σε δει.
Άραγε;
Είναι δυνατό; Τι θέλει να μου πει;
Τα μάτια μου ψάχνουν και σταματάνε στην λιμνούλα που σχηματίστηκε εδώ
ακριβώς στα πόδια μου.
Στέκομαι μέσα και δεν το πρόσεξα
Οι σταγόνες πέφτουν και σχηματίζουν διακυμάνσεις στην λιμνούλα και η λιμνούλα μεγαλώνει
Είναι δυνατόν;
Ενέργεια
Το πουλάκι πετάει και κάθεται στην λιμνούλα.
Εκεί στα πόδια μου!
Δεν τολμώ να ανασάνω και προσπαθώ να σταματήσω το σώμα μου να τρέμει
Πίνει νεράκι και κοιτάει πάνω εμένα και φεύγει
το βλέπω να πετάει
Η ενέργεια δεν καταστρέφεται
Αλλάζει μορφή
Όλα έχουν τον σκοπό τους, το καθετί και ας μην το βλέπουμε
Κοιτάω το δέντρο γυμνό
Άραγε θρήνησε όταν πέσανε τα φύλλα του;
Ενέργεια
Όπου και νασαι θα βγουν καινούρια φύλλα
και θα γεμίσει το δέντρο χρώμα με ανθούς
και εκείνα τα φύλλα που έπεσαν έγιναν η τροφή,
η ενέργεια για τα καινούρια
Οξυγόνο
Εισπνέω βαθιά και αναστενάζω
Φυσάει ο αέρας και τυλίγομαι, κρυώνω
Σπίτι
Πρέπει να επιστρέψω σπίτι
Στο τρένο κάθομαι και απορώ πως μπορεί η ζωή να συνεχίζεται
Πέθανε ο μπαμπάς μου, δεν καταλαμβάνεται, όλα έπρεπε να είναι στάσιμα, ακίνητα, και όμως
Η ζωή συνεχίζεται
Και η ενέργεια δεν καταστρέφεται
Αλλάζει μόνο μορφή
Και ο πόνος γίνεται τροφή
Και η αγάπη ανθίζει και αναγεννιέται και οι αναμνήσεις θησαυρός
Και ο κύκλος δεν τελειώνει
Γιατί δεν υπάρχει
Τέλος
