Οθωμανικό μελανοδοχείο

“Μαμά, τι είναι αυτό;” Ρωτάει το  αγόρι δείχνοντάς με το δάκτυλο του σε μένα μέσα από το γυάλινο έπιπλο που μας χωρίζει.

Η μητέρα κοιτάζει σαν ενοχλημένη από την απόσπαση της προσοχής, φανερά απορροφημένη σε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον, λίγα μέτρα μακριά από τη θέση μου στο ράφι.

Σπρώχνει τα γυαλιά της πιο κοντά στα μάτια της και στραβοκοιτάζει ενώ γέρνει προς τα εμπρός, μελετώντας με με ένα βλέμμα αηδίας στο πρόσωπό της καθώς εκστομίζει τις λέξεις “Οθωμανικό”

“Ναι, αλλά τι είναι”; Το αγόρι επιμένει, αγνοώντας την περιφρόνησή της.

 Συνοφρυώνεται ακόμα περισσότερο από πριν και κρατάω την ανάσα μου περιμένοντας.

“Λέει εδώ ότι είναι ένα μελανοδοχείο. Σημαίνει ένα αντικείμενο που κρατούσε μελάνι όταν δεν είχαν τα κατάλληλα στυλό όπως έχουμε τώρα. Ας συνεχίσουμε, θα συναντήσουμε τη γιαγιά και τον παππού σου για μεσημεριανό, Δημήτρη”

Εισπνέω αργά προσπαθώντας να μην επιτρέψω τα οδυνηρά λόγια της να απορροφηθούν στο χάλκινο κορμί μου. Οι περισσότεροι επισκέπτες σε αυτό το μουσείο ενθουσιάζονται από τα αντικείμενα εδώ, που το καθένα λέει μια ιστορία περασμένων γενεών. Παιχνίδια με τα οποία έπαιζαν μικρά παιδιά, ακριβές πορσελάνες που κάποτε κρατούσαν αριστοκρατικά φαγητά στα ξενοδοχεία της Κύπρου, ρούχα και μαγειρικά σκεύη, κοσμήματα και μετάλλια από νικηφόρες μάχες, νοσταλγικά ενθυμήματα που συγκινούν καθώς αναπολούν αναμνήσεις.

Και να ‘με και εγώ. Ένα οθωμανικό μελανοδοχείο, μπρούτζινο, στο μήκος ενός κινητού τηλεφώνου λίγο-πολύ, μακρύ και λεπτό με ένα μικρό κουτί στο πλάι. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών της ζωής μου σε αυτό το ράφι, πολλοί έριξαν μια στιγμιαία ματιά, συνοφρυώθηκαν στην οθωμανική καταγωγή μου, και προχώρησαν.

Εκτός από αυτό το αγόρι. Περιμένει σαν γοητευμένος από μένα. Σαν να ξέρει τα πράγματα που έχω κάνει και έχω δει, τον σκοπό που υπηρέτησα. Με κοιτάζει επίμονα και εύχομαι να ακούσει τη φωνή μου, να δει μέσα από τα μάτια μου, να νιώσει μέσα από το σώμα μου.

Μόλις ακούω τη μητέρα του να τον ξαναφωνάζει, ένας δυνατός αέρας αναγκάζει τις πόρτες του μουσείου να ανοίξουν διάπλατα. Οι άνθρωποι σκορπίζονται παντού στον ανεμοστρόβιλο σκόνης που σαρώνει το δωμάτιο. Όταν εγκατασταθεί, είναι εντελώς ήσυχα, το μουσείο είναι άδειο και δεν υπάρχει κανένας εδώ εκτός από εμένα και το αγόρι. Το γυάλινο ντουλάπι έχει εξαφανιστεί και με κρατάει στα απαλά γλυκά του χέρια. Δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που με κράτησαν τόσο απαλά και προσεκτικά, με θαυμασμό και απορία και δεν θέλω να με τοποθετήσει πίσω. Θέλω να πω την ιστορία μου.

Σαν να μπορεί να διαβάσει το μυαλό μου, ρωτάει “Από πού ήρθες”;

“Ωχ, είναι μεγάλη ιστορία” απαντώ ξεχνώντας ότι δεν μπορεί να με ακούσει, αλλά με ξαφνιάζει όταν μου απαντά “Πες μου, έχουμε όλο τον χρόνο που θέλουμε”

Με ακούει! Θέλει να μάθει. Θα του το πω λοιπόν με την ελπίδα ότι η ιστορία μου θα παραμείνει ζωντανή μέσα από τα δικά του λόγια και τις ιστορίες που θα αφηγηθεί.

Κουλουριαζόμαστε στο μαρμάρινο πάτωμα και αφηγούμαι πώς με έφτιαξαν από ένα κομμάτι μπρούτζο, χρησιμοποιώντας φωτιά που με μαλάκωσε και βαριά σφυριά για να δημιουργήσουν το σχήμα μου, χαράσσοντας σχέδια και λέξεις στα Αραβικά, μια γλώσσα που δεν έχω ακούσει εδώ και δεκαετίες .

Φτιάχτηκα με πολλή φροντίδα και προσοχή, ένα πολύτιμο αντικείμενο. Με λένε qalamdan που σημαίνει μελανοδοχείο. Η λέξη προέρχεται από την λέξη καλάμι (δηλαδή στυλό) η οποία με την σειρά της προέρχεται από την Ελληνική φράση χαρτί και καλαμάρι, μια και το μελάνι που χρησιμοποιούσαν τότε, έβγαινε από το μελάνι του καλαμαριού.

Το μακρύ μου σώμα περικλείει το καλάμι. Το μικρό κουτί που είναι κολλημένο πάνω μου είναι αυτό που κράτησε το μελάνι. Πολύ πριν δημιουργηθούν τα σύγχρονα όργανα γραφής, χρησιμοποιούσαν καλάμι και μελάνι για τη γραφή.

Ο ιδιοκτήτης μου ήταν γραφέας. Οι γραφείς ήταν αξιότιμα μέλη της κοινωνίας στην αρχαία Αίγυπτο, την Ελλάδα, την Κίνα, την Περσία και άλλες χώρες. Ήταν σεβαστοί για τη μόρφωσή τους και την υψηλή τάξη τους μεταξύ των ως επί το πλείστων αναλφάβητων πολιτών. Οι γραφείς σπούδαζαν και αποκτούσαν επίσημα προσόντα και αναγνώριση ως γραφείς και καλλιγράφοι που εργάζονταν για κυβερνητικούς αξιωματούχους, βασιλείς, εμπόρους και ηγεμόνες

Εργαζόμενοι σε διαφορετικά γραφειοκρατικά τμήματα, οι «άνθρωποι της πένας» (kalem ehli) επηρέασαν την πολιτική, τη διπλωματική και την πνευματική ζωή. Έτσι τα ακριβά και περίτεχνα qalamdans, που φοριόνταν συχνά σφιγμένα στη ζώνη, έγιναν σύμβολα του πλούτου και της θέσης τους. Οι γραμματείς ήταν σημαντικοί για την κυβέρνηση καθώς παρακολουθούσαν τα οικονομικά και κατέγραφαν τους φόρους και την απογραφή. Διορίστηκαν επίσης επιστάτες της γης για να παρακολουθούν τους αγρότες και να βεβαιώνονται ότι έκαναν τη δουλειά τους.

Ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να κρατήσουν αρχεία για ηγεμόνες και εμπόρους.

Όταν φτιάχτηκα, αγοράστηκα σαν δώρο στον Κερέμ ένα Τούρκο γραφέα. Τον θυμάμαι σαν να’ταν χθες. Είχε ακολουθήσει στα βήματα του πατέρα του, μόλις είχε μάλιστα τελειώσει την σπουδή του και κρατούσε με περηφάνεια το δίπλωμα του. Έξυπνο παιδί ο Κερέμ, μιλούσε διάφορες Τουρκικές γλώσσες και διαλέκτους αλλά επίσης πολύ σημαντική ήταν και η γνώση του στην Ελληνική γλώσσα. Στην Κωνσταντινούπολη που ζούσαμε, αυτές ήταν οι καθημερινές μας γλώσσες.

Η οικογένεια του με έκανε δώρο σε αυτόν. Βρισκόμασταν όλοι στην αυλή του σπιτιού, γύρω από ένα μακρύ τραπέζι κάτω από το κλίμα γεμάτο με ζουμερά κόκκινα σταφύλια να κρέμονται ανάμεσα στα πράσινα πλατιά φύλλα που μας προστάτευαν από τον καυτό ήλιο.

Παρόλο που βρισκόμουνα μέσα σε ένα πανέμορφο ξύλινο κουτί σκαλισμένο με σχέδια από κοχύλια, δέντρα και ναούς, και το κουτί τυλιγμένο σε μετάξινο ύφασμα, οι μυρωδιές εισχωρήσαν στα ρουθούνια μου και με γέμισαν χαρά για αυτά που θα έβλεπα όταν θα έβγαινα από το κουτί.

Γιασεμί και νυχτολούλουδα ανάμικτα με τις μυρωδιές πλουσίων φαγητών, κανέλλα, κύμινο, σουμάκ, και κουρκουμίν, ψητό κρέας, και την μυρωδιά του άργιλέ.

Άκουα το γέλιο, τις συζητήσεις ανδρών, γυναικών και παιδιών, και όλο το γλέντι. Επιτέλους ήρθε η στιγμή που ο Κερέμ ξετύλιξε το δώρο και με κράτησε στα χέρια του. Έμεινε άφωνος σαν χάιδεψε το σώμα μου, και τα μάτια του βούρκωσαν γνωρίζοντας την θυσία που έκαναν οι γονείς για να του αγοράσουν κάτι τόσο ακριβό και μοναδικό.

Επεξεργάστηκε το κάθε αντικείμενο στο κουτί, προτού συγκεντρωθεί σε μένα.

Στο κουτί υπήρχαν όλα τα εργαλεία του γραφέα όπως χαρτί, το liqah  (κάτι σαν βαμβάκι για να απορροφάει το μελάνι που μπορεί να χυθεί), to qat’zan (μια επίπεδη σανίδα φτιαγμένη από κέρατο για να μπορείς να γράφεις πάνω), ακονόπετρα, ένα μικρό ψαλιδάκι, ένα κουταλάκι, και ένα μικρό μαχαίρι.

Αυτά τα εργαλεία θεωρούνταν απαραίτητα στοιχεία για έναν γραφέα. Το κουτί που τα διατηρούσε κρίθηκε εξίσου σημαντικό με το άτομο που χειριζόταν το περιεχόμενό του, με την ποιότητα της διακόσμησης του κιβωτίου να αντικατοπτρίζει άμεσα την ιδιότητα του γραφέα και τον αξιότιμο ρόλο του.

Και φυσικά υπήρχε πάνω από όλα και το Divit Qalamdan, εγώ δηλαδή.

Άνοιξε την θήκη μου και έβγαλε το πανέμορφο στυλό – καλάμι. Στην σειρά άνοιξε και το δοχείο με το μελάνι, βούτηξε απαλά το στυλό μέσα και στο χαρτί που βρισκόταν στο κουτί έγραψε

Κερέμ Γιαζάρ

Καλέμ Εχλί (Γραφέας)

Όλη η οικογένεια ξέσπασε σε χειροκροτήματα και τραγούδια, που οδήγησαν σε χορούς. Ήταν μεγάλη τιμή να ακολουθήσει ο γιος στα βήματα του πατέρα του και ιδικά όταν ήταν Γραφέας.

Ένα αυτοκρατορικό διάταγμα του 1764 σημείωνε ότι οι γραφείς ήταν μια οργανωμένη συντεχνία από τα πρώτα χρόνια της αυτοκρατορίας, με δικές τους άδειες και εισαγωγικές εξετάσεις.

Το επόμενο πρωί ο Κερέμ ντύθηκε, με έβγαλε από το κουτί μου και με περηφάνεια με τοποθέτησε στην ζώνη του. Από δω και εξής όσοι τον βλέπανε θα γνωρίζανε αμέσως με την πρώτη ματιά την σημαντική του θέση στην κοινωνία.

Τα χρόνια που ακολούθησαν μας βρήκαν να εξυπηρετούμε όλων των ειδών κόσμο.

Στην Κωνσταντινούπολη, Ο Κερέμ εργοδοτήθηκε από τον Σουλτάνο μεταφράζοντας σημαντικά χαρτιά, γράφοντας καινούριους νόμους, και για την αλληλογραφία του με διοικητικά μέλη άλλων χωρών.

Είχε μεγάλη καρδιά ο Κερέμ και όταν δεν εργάζονταν, έστηνε ένα τραπεζάκι πίσω σε ένα δρομάκι και αφιλοκερδώς, βοηθούσε τους φτωχούς αναλφάβητους πολίτες με τις δικές τους δουλειές όπως λογαριασμούς, εντάλματα από τον Σουλτάνο, επιστολές στους αγαπημένους τους που βρίσκονταν μακριά.

Τα βράδια έρχονταν παιδάκια στο οικογενειακό του σπίτι και τα μάθαινε να γράφουν, γνωρίζοντας πόσο σημαντικό θα ήταν για το μέλλον τους. Χωρίς να μπορούν να γράφουν και να διαβάζουν ήταν ευάλωτοι και σκλαβωμένοι.

Έπεσε μεγάλη στεναχώρια στην οικογένεια του όταν στάλθηκε ο Κερέμ στην Κύπρο στην διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας γιατί δεν ξέρανε αν θα ξαναβλέπανε το παιδί τους ζωντανό. Οι Έλληνες ήθελαν την ελευθερία τους από την Τουρκοκρατία και γίνονταν συχνά επιθέσεις και φασαρίες.

Αλλά Ο Κερέμ αγάπησε τους Ελληνοκύπριους και ένιωθε τον πόνο τους κάτω από την τουρκοκρατία, έβλεπε την αδικία που επικρατούσε και κρυφά βοηθούσε με επιστολές σε σημαντικά μέλη της αντίστασης και με μεταφράσεις.

Τα χρόνια πέρασαν με δυσκολίες, αλλά και όμορφες στιγμές. Χάσαμε αγαπητούς μας ανθρώπους, αγκαλιάσαμε μητέρες που ζητούσαν από τον Κερέμ να γράψει επιστολές στα παιδιά τους που ήταν στρατιώτες, δημιουργήσαμε πολύτιμες φιλίες. Παρακολούθησα τον Κερέμ να παντρεύεται να κάνει δικά του παιδιά, να τα διδάσκει να διαβάζουν και να γράφουν, και σιγά σιγά τα μαλλιά του να ασπρίζουν και ο θάνατος να κοντεύει.

Δεν ξαναείδε τον τόπο που τον γέννησε η τους γονείς και τα αδέλφια του.

Πέθανε ανάμεσα στους αγαπημένους φίλους και την οικογένεια του αφήνοντας με εμένα και το κουτί στην κόρη του Γκαμζέ που σημαίνει γιασεμί, την μυρωδιά του που ποτέ δεν ξέχασε από το βράδι εκείνο που του δόθηκα σαν δώρο. Η Γκαμζέ μεγάλωσε με αγάπη προς τον γραπτό λόγο, γράφοντας ιστορίες και παραμύθια, και όταν τέλειωσε το σχολείο εργαζομένη σαν δημοσιογράφος, ο Κερέμ ήλπιζε πως η Γκαμζέ θα χρησιμοποιούσε τις γνώσεις της, τις ιστορίες των προγόνων της και της χώρας που την γέννησε, την Κύπρο για να μην ξεχάσουμε όσα έγιναν αλλά και για να γράψουμε νέα ιστορία ειρήνης.

Η Γκαμζέ όμως με δώρισε εδώ σε αυτό το μουσείο γιατί ήθελε να μην ξεχαστώ, να μην πεθάνει και αυτή και η ιστορία μας να χαθεί με μένα και από τότε εδώ κάθομαι και παρακολουθώ τις γενεές που περνούν από το μουσείο και μαθαίνουν την ιστορία της Κύπρου μέσα από το κάθε της αντικείμενο.

Κουρασμένος σταμάτησα να μιλάω και είδα τα δάκρυα να χύνονται από τα μάτια του Δημήτρη. Σιωπή γέμισε το κενό ανάμεσα μας και τελικά μίλησε.

“Μην φοβάσαι. Δεν θα αφήσω να ξεχαστείς ούτε εσύ ούτε η ιστορία σου αλλά ούτε και η ιστορία μας. Από σήμερα θα κάνω τα πάντα να καλλιεργήσω το γράψιμο μου και να συνεχίσω στα βήματα του Κερέμ και της Γκαμζέ και θα σε επισκέπτομαι όσο συχνά μπορώ”

Αμέσως φύσηξε πάλι ο αέρας και ο ανεμοστρόβιλος γέμισε με σκόνη το μουσείο. Όταν κάθισε η σκόνη το δωμάτιο ήταν γεμάτο επισκέπτες να ξεσκονίζουν τα ρούχα τους. Εγώ στην θέση μου στο γυάλινο ράφι κοίταξα τον Δημήτρη ο οποίος μου έκλεισε το μάτι και ψιθύρισε

“Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ”

 

 

 

Καλέμ/καλάμ είναι η πένα από τον κάλαμο (μέσω του συριακού ḳalamos), και η κατάληξη -dan σημαίνει στα περσικά αυτό που φέρει κάτι.΄Αρα είναι ας πούμε ομόρριζα.